Λίγο πριν φύγουμε από τη ζωή, υπάρχει μια παράξενη ηρεμία που απλώνεται σαν σιωπηλή ομίχλη στις σκέψεις μας. Είναι εκείνη η στιγμή που όλα αποκτούν μια τρομακτική, σχεδόν απόκοσμη διαύγεια, λες και ο χρόνος ανοίγει ένα παράθυρο για να μας δώσει μια τελευταία ματιά σε όλα όσα ήμασταν, σε όλα όσα δεν καταφέραμε να γίνουμε, και σε όσα αφήσαμε πίσω. Αυτή η στιγμή δεν έχει την ταχύτητα του παρόντος ούτε την αναβλητικότητα του μέλλοντος. Είναι το τώρα που απλώνεται παντού. Είναι η ουσία που μένει όταν όλα τα περιττά ξεθωριάζουν.
Σκέφτομαι συχνά πώς θα είναι εκείνη η στιγμή. Θα έχει τη μυρωδιά της βροχής ή την ξηρότητα μιας ερήμου; Θα έχει την αγκαλιά της θάλασσας ή τον άνεμο μιας ανοιχτής πόλης; Ίσως είναι όλα αυτά μαζί – ένα παζλ που κλείνει, μια τελεία που μπαίνει στο τέλος μιας πρότασης που ξεκίνησε πριν από χρόνια, όταν ανοίξαμε για πρώτη φορά τα μάτια μας. Λίγο πριν φύγουμε από τη ζωή, το βάρος του να είσαι άνθρωπος γίνεται ασύλληπτα ελαφρύ και ασύλληπτα βαρύ ταυτόχρονα.
Πόσα άραγε αφήνουμε πίσω μας; Πόσα «ευχαριστώ» δεν είπαμε; Πόσα «συγγνώμη» δεν τολμήσαμε να ξεστομίσουμε; Υπάρχει ένας κατάλογος που κουβαλάμε μέσα μας, γεμάτος λέξεις που δεν ειπώθηκαν ποτέ, αγκαλιές που δεν δόθηκαν, και στιγμές που τις προσπεράσαμε βιαστικά, νομίζοντας πως ο χρόνος είναι ανεξάντλητος. Κι όμως, δεν είναι. Ο χρόνος είναι σαν μια άμμος που ρέει αθόρυβα από τα δάχτυλά μας, αφήνοντας πίσω του μικρές κενές υποσχέσεις.
Υπάρχει μια εικόνα που συχνά επιστρέφει στο μυαλό μου όταν σκέφτομαι το τέλος. Είναι η εικόνα ενός δέντρου που γέρνει στον άνεμο, γεμάτο φύλλα που πέφτουν αργά. Κάθε φύλλο είναι μια μνήμη, μια πράξη, μια απόφαση. Κάποια φύλλα είναι ζωηρά και καταπράσινα, γεμάτα ζωή. Άλλα έχουν αρχίσει να ξεθωριάζουν, να μαραίνονται, αφήνοντας πίσω τους μόνο ίχνη της κάποτε λαμπρότητάς τους. Και καθώς το δέντρο αδειάζει, μένει γυμνό, μα όχι κενό. Είναι ακόμα εκεί, γεμάτο ρίζες που το κρατούν σταθερό στο χώμα, γεμάτο ιστορίες που ζουν κάτω από την επιφάνεια.
Αναρωτιέμαι, λοιπόν, αν τη στιγμή που θα φύγουμε, θα θυμόμαστε τα μικρά πράγματα ή τα μεγάλα. Θα θυμόμαστε τη γεύση του καφέ ένα κρύο πρωί, το άγγιγμα ενός αγαπημένου ανθρώπου, το χρώμα του ουρανού πριν δύσει ο ήλιος; Ή μήπως όλα αυτά θα χαθούν μέσα στη λήθη, σαν ψίθυροι που ποτέ δεν προλάβαμε να ακούσουμε; Είναι άραγε οι μεγάλες αποφάσεις που καθορίζουν την πορεία μας ή οι μικρές στιγμές που περνούν σχεδόν απαρατήρητες, αλλά καταλήγουν να είναι ο πυρήνας της ύπαρξής μας;
Κάποτε, κάποιος μου είπε πως ζούμε μόνο δύο φορές. Την πρώτη, όταν αναπνέουμε για πρώτη φορά, και τη δεύτερη, όταν συνειδητοποιούμε ότι όλα τελειώνουν. Η δεύτερη αυτή ζωή είναι σύντομη, μα απίστευτα πυκνή. Είναι η στιγμή που κοιτάζεις πίσω και βλέπεις το μονοπάτι που διάλεξες, τα σταυροδρόμια που φοβήθηκες να πάρεις, τους ανθρώπους που έχασες και αυτούς που κέρδισες. Είναι η στιγμή που όλα αποκτούν μια βαθύτερη σημασία – η στιγμή που η ζωή σου γίνεται ιστορία.
Λίγο πριν φύγουμε, συνειδητοποιούμε πως η ζωή δεν είναι τόσο πολύ οι μεγάλοι θρίαμβοι όσο οι μικρές, φευγαλέες χαρές. Δεν είναι οι προορισμοί, αλλά τα ταξίδια. Δεν είναι τα μετάλλια που κερδίσαμε, αλλά τα πρόσωπα που μας χαμογέλασαν όταν προσπαθούσαμε. Ίσως η αλήθεια είναι πως η ζωή δεν έχει καμία άλλη σημασία πέρα από αυτή που εμείς της δίνουμε. Ίσως η μεγαλύτερη τραγωδία είναι να φύγουμε χωρίς να έχουμε νιώσει αυτή τη σημασία.
Κι αν η ζωή είναι ένας κύκλος που κλείνει, τότε τι αφήνουμε πίσω μας; Είναι οι αναμνήσεις που αφήσαμε στους άλλους; Είναι οι πράξεις μας που συνεχίζουν να ζουν, ακόμα κι όταν εμείς φύγουμε; Ή μήπως είναι τα συναισθήματα που προκαλέσαμε, οι καρδιές που αγγίξαμε, τα χέρια που κρατήσαμε; Τελικά, αυτό που μένει είναι η αγάπη – αγάπη που δώσαμε, αγάπη που δεχτήκαμε, αγάπη που δεν φοβηθήκαμε να εκφράσουμε.
Αυτό που με φοβίζει περισσότερο δεν είναι το τέλος, αλλά το κενό που μπορεί να αφήσω πίσω μου. Θέλω να φύγω γεμάτος, όχι άδειος. Θέλω να ξέρω πως έζησα με τρόπο που να αφήσει το αποτύπωμά του στον κόσμο. Θέλω να νιώσω πως, ακόμα κι αν η ζωή μου ήταν μικρή, είχε νόημα. Κι αν αυτό το νόημα είναι μόνο ένα χαμόγελο που έδωσα σε κάποιον ή μια μικρή ελπίδα που φύτεψα σε μια καρδιά, τότε ίσως αυτό να είναι αρκετό.
Λίγο πριν φύγουμε από τη ζωή, ίσως καταλάβουμε τελικά πως η ζωή δεν ήταν ποτέ δική μας. Ήταν ένα δώρο που μας δόθηκε, μια στιγμή που μας παραχωρήθηκε για να δημιουργήσουμε, να αγαπήσουμε, να ζήσουμε. Και όπως κάθε δώρο, έρχεται η στιγμή που πρέπει να το επιστρέψουμε. Η ζωή είναι δανεική, μα τα ίχνη της είναι αιώνια. Και αυτό, ίσως, είναι η μεγαλύτερη παρηγοριά.